Online reading:

web stats

24 Ιουν 2008

Νέα απο τους γιατρούς χωρίς Σύνορα

Μαρτυρία 23/06/2008

Μιανμάρ - Εν Πλω

«Θα το προσπαθήσουμε». Εκεί καταλήξαμε. Αύριο θα δοκιμάσουμε με την ιατρική ομάδα να προσεγγίσουμε τα απομονωμένα χωριά με το πλοιάριο. Είναι η πρώτη φορά που διεθνείς εθελοντές θα συμμετάσχουν σε ομάδες αποτελούμενες από ντόπιο προσωπικό για να προσφέρουν ιατρική φροντίδα και να διανείμουν ανθρωπιστικό υλικό. Δεν έχουμε ιδέα πώς θα αντιδράσουν οι Αρχές τώρα που ξένοι βγαίνουν στα περίχωρα.

Περιμένουμε στο γραφείο μέχρι να φορτώσουν τη βάρκα. Μόνο όταν τελειώσει το φόρτωμα θα πάμε στο λιμάνι. Κι όταν θα φτάσουμε εκεί, θα προσπαθήσουμε να επιβιβαστούμε όσο πιο διακριτικά μπορούμε – κάτι όχι και τόσο εύκολο για δύο χλωμούς Ευρωπαίους ανάμεσα σε εκατοντάδες Ασιάτες. Τελικά καταφέραμε να επιβιβαστούμε χωρίς προβλήματα.
Η ομάδα μας αποτελείται από δύο γιατρούς, δύο νοσηλευτές και οχτώ τεχνικούς. Στο πλοιάριο κουβαλάμε ρύζι, φασόλια, λάδι και κονσέρβες με ψάρια. Όλα αυτά φτάνουν για να ταΐσουν 3.000 ανθρώπους για μία εβδομάδα. Έχουμε επίσης στοιβαγμένα στο αμπάρι εκατοντάδες μπιτόνια νερό και πλαστικά καλύμματα.

Κατευθυνόμαστε προς την περιοχή την οποία δεν έχει ακόμα επισκεφθεί κάποια από τις ομάδες μας. Αν και το καθεστώς διένειμε τρόφιμα εδώ πριν από μια εβδομάδα, οι ανάγκες μάλλον θα είναι ακόμα τεράστιες. Το ξέρουμε αυτό από τους χωρικούς που έκαναν όλο αυτό το δρόμο μέχρι τη Λαμπούτα για να ζητήσουν βοήθεια.

Το πλοιάριο γλιστράει ανάμεσα σε έναν λαβύρινθο από ποτάμια. Ο καπετάνιος σταματά συχνά δίπλα σε βάρκες για να ζητήσει οδηγίες από τους ψαράδες. Προσπερνάμε κατεστραμμένα χωριά. Κάποιες φορές βλέπουμε πτώματα ξεβρασμένα στις όχθες. Στα νερά, ανάμεσα σε σπασμένα ξύλα, βλέπουμε πρησμένα κουφάρια γουρουνιών και βουβαλιών.

Τρεις ώρες μετά, φτάνουμε στη μικρή πόλη Μύιτ Πάουκ. Από τους 1.600 κατοίκους της πόλης, οι 200 χάθηκαν από τον κυκλώνα, τα δύο τρίτα των οικόσιτων ζώων πνίγηκαν και το 60% των πλοιαρίων βυθίστηκαν. Τα σπίτια που παραμένουν ακόμα όρθια, έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές. Γίνεται μια γρήγορη εκτίμηση σχετικά με το ποια πράγματα χρειάζονται άμεσα και σε ποιες ποσότητες. Οι άνθρωποι εδώ δεν έχουν τα μέσα για να ξαναφτιάξουν τα σπίτια τους, οπότε τους διανέμουμε θήκες με εργαλεία. Κατεβάζουμε τις προμήθειες στην όχθη και τρία μέλη της ομάδας μένουν για τη διανομή τους. Θα τους πάρουμε μετά, όταν θα επιστρέφουμε.

Συνεχίζουμε το ταξίδι μας για μισή ώρα ακόμα, μέχρι να φτάσουμε στο Ντάουντ Τσάουνγκ. Ο κυκλώνας πέρασε πάνω από αυτό το χωριό προκαλώντας τεράστιες καταστροφές. Το κέντρο του χωριού μοιάζει με βομβαρδισμένο τοπίο. Μόνο 60 χωρικοί από τους 327 κατοίκους επέζησαν από τη μανία του κυκλώνα.

Ένας γιατρός και ένας νοσηλευτής από την ομάδα μας έστησαν μια κινητή ιατρική μονάδα, αλλά κανείς δεν φαίνεται να έχει σοβαρά ιατρικά προβλήματα. Στο μεταξύ, έχουμε ήδη ξεκινήσει τη διανομή και παράλληλα ελέγχουμε το σύστημα ύδρευσης. Το νερό τους έχει μολυνθεί από την πλημμύρα. Τους δίνουμε καύσιμα για να το αντλήσουν όλο και μετά το καθαρίζουμε. Κατόπιν ακούμε τις ιστορίες τους. Ο Μυάνγκ, ένας 30χρονος άνδρας, μας λέει: «Έβρεχε πολύ δυνατά. Η γυναίκα μου κι εγώ ήμασταν σπίτι. Έβρεχε όμως τόσο δυνατά και ο άνεμος ήταν τόσο σφοδρός που αποφασίσαμε να πάμε στο σπίτι της θείας μου. Το δικό μας δεν ήταν τόσο γερό όσο το δικό της. Εκεί βρήκαμε κι άλλους που είχαν αναζητήσει καταφύγιο. Ήμασταν περίπου 40. Γύρω στις 10 το βράδυ η στάθμη του νερού άρχισε ξαφνικά να ανεβαίνει πολύ γρήγορα. Σκεφτήκαμε ότι θα πνιγούμε σαν τα ποντίκια και αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε το σπίτι. Όταν βρήκαμε έξω, είδαμε το φράχτη μπροστά μας να σπάει. Είχαμε μόνο μία επιλογή. Να βουτήξουμε στο νερό και να κολυμπήσουμε κάτω από το φράχτη. Όταν φτάσαμε στην άλλη πλευρά, το σπίτι της θείας μου κατέρρευσε πίσω μας. Έβλεπα παντού νερό. Βρήκαμε μερικά μεγάλα δέντρα και κρατηθήκαμε πάνω τους. Μόνο όταν ξημέρωσε μπορέσαμε να καταλάβουμε την έκταση της καταστροφής. Παντού γύρω μας βλέπαμε πτώματα ανθρώπων και κουφάρια ζώων. Όλοι όσοι είχαν καταφέρει να κρατηθούν από κάποιο δέντρο, είχαν σωθεί. Δεν ξέρω πώς να περιγράψω τι ένιωσα. Δεν υπάρχουν λέξεις, αν και ξέρω πως αυτό ακούγεται ανόητο. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι αισθάνομαι απέραντη, ανείπωτη θλίψη γι’ αυτό που συνέβη.

Ένας άνδρας εμφανίζεται και μας αρπάζει το χέρι. Έρχεται από ένα χωριό λίγο πιο κάτω στην ακτή, περίπου 45 λεπτά με τη βάρκα από το Ντάουντ Τσάουνγκ. Ήρθε να μας ζητήσει να βοηθήσουμε το χωριό του, το Μυάτ Κε, το οποίο κανείς μέχρι τώρα δεν έχει επισκεφθεί – καμία από τις βάρκες που πέρασαν από κει δεν σταμάτησε. Μας λέει ότι μόνο 25 από τις 75 οικογένειες έχουν επιζήσει. Συνολικά 56 άνθρωποι έχουν απομείνει. Ανεβαίνουμε στη βάρκα του μαζί με έναν από τους γιατρούς μας. Κουβαλάμε τρόφιμα, φάρμακα και πλαστικά καλύμματα. Μετά από μια διαδρομή 20 λεπτών, η μηχανή αρχίζει να κλοτσάει. Μείναμε από λάδι. Αρχίσαμε να επιπλέουμε ακυβέρνητοι στη μέση του ποταμού, ενώ ξεκινά να βρέχει καταρρακτωδώς και να φυσάει δυνατά. Τελικά καταφέρνουμε κάποια στιγμή να φτάσουμε στις όχθες του ποταμού. Σε έναν κολπίσκο, ανάμεσα στα σκουπίδια που είχε ξεράσει ο ποταμός, ξεπροβάλλουν δύο μισοκατεστραμμένα σπίτια. Βλέπουμε και μια βάρκα εκεί. Ρωτάμε αν υπάρχει λάδι για τη μηχανή. Δυστυχώς, δεν μπορούν να μας βοηθήσουν. Στο τέλος, καταφέραμε να πείσουμε τον ιδιοκτήτη της βάρκας να τραβήξει λίγο λάδι από τη μηχανή και να μας το δώσει. Έχουμε ήδη χάσει πολύ χρόνο και ανησυχούμε μήπως οι συνεργάτες μας θορυβηθούν αν δεν γυρίσουμε γρήγορα. Αλλά θα αφήσουμε ξανά αυτό το χωριό αβοήθητο; Αποφασίζουμε να συνεχίσουμε.

«Δέκα μέλη της οικογένειάς μου πέθαναν», μας λέει ο Μπόμπο. Είναι ο άνδρας που ήρθε να μας βρει. «Η γυναίκα μου, οι γονείς μου και ένας από τα αδέλφια μου σώθηκαν μόνο. Όλες μου οι αδερφές και τα παιδιά τους χάθηκαν». Δεν θέλει να μας πει περισσότερα. Ο Τουτ, ένας άλλος χωρικός που είχε έρθει μαζί του με τη βάρκα, μας λέει: «Έχασα ολόκληρη την οικογένειά μου. Τη γυναίκα μου, την τρίχρονη κόρη μου, τους γονείς μου, τα αδέρφια μου και την αδερφή μου. Κανείς τους δεν έχει βρεθεί ακόμα. Επισήμως, θεωρούνται αγνοούμενοι. Εγώ, όμως, έχω εγκαταλείψει κάθε ελπίδα».Οι κάτοικοι του Μυάτ Κε μας περιμένουν στην άκρη του ποταμού. Περίπου 50 γυναίκες, άντρες και παιδιά. Εντούτοις, δεν βρίσκονται όλοι οι επιζώντες εκεί. Κάποιοι έχουν πάει στην ενδοχώρα για να αναζητήσουν ξύλα ώστε να ξαναφτιάξουν τα σπίτια τους.
Κοιτάζοντας το Μυάτ, μου ήταν δύσκολο να το αποκαλέσω χωριό. Τα μόνα που έστεκαν όρθια ήταν δύο καλύβες. Ο Μπόμπο φαίνεται ότι θέλει να μιλήσει και πάλι. Είναι πλέον πεπεισμένος ότι θα έρθει βοήθεια στο χωριό του. «Έχουμε χάσει τα πάντα. Είχαμε περίπου 100 βουβάλια, αλλά μόνο δύο επέζησαν μετά τον κυκλώνα. Δεν ξέρουμε τι θα κάνουμε τώρα πια». Ο Μπόμπο μας συστήνει στον 18χρονο αδερφό του, τον Μόσζι. «Εγώ κάλυπτα τα έξοδά του για να σπουδάσει. Μένει στη Γιανγκόν και πηγαίνει στο κολέγιο, αλλά φοβάμαι ότι όλα αυτά θα σταματήσουν πλέον. Πώς θα μπορέσω να τα πληρώνω;» μας ρωτάει ο Μπόμπο. Οι κάτοικοι σ’ αυτό το χωριό δεν έχουν ούτε κουνουπιέρες ούτε πόσιμο νερό. Πίνουν από το ποτάμι. Ο γιατρός μας τους λέει ότι θα πρέπει να βράζουν το νερό πριν το πιουν. Τους ρωτάει αν κάποιος τους χρειάζεται γιατρό. Κανείς όμως δεν είναι άρρωστος, αν και μια βδομάδα μετά το χτύπημα του κυκλώνα, πέθαναν τρεις άνθρωποι. Δύο από διάρροια και ένας από ελονοσία.

Μόλις μοιράσαμε όλες τις προμήθειες, ο Μπόμπο μας συνοδεύει ως τη βάρκα μας για να γυρίσουμε πίσω. Οι συνεργάτες μας είναι ακόμα απασχολημένοι με τη διανομή του ανθρωπιστικού υλικού. Δεν είχαν χρόνο να ανησυχήσουν για εμάς. Έχει πλέον νυχτώσει όταν ανεβαίνουμε τον ποταμό, με κατεύθυνση τη Λαμπούτα.

Πηγή:www.msf.gr
Δημοσίευση σχολίου